cloudy

Η βόλτα

Μικροσκοπικές σταγόνες βρόχινης θλίψης και ένας αέρας σαν δυσθυμία, ορίζοντας βαμμένος από κόκκινες πινελιές ματωμένου ηλίου και μια θάλασσα, ανοιχτά χεριά.

Κατευθύνθηκε εκεί χωρίς να θέλει ουσιαστικά να γίνει μάρτυρας μιας θύμησης.

Καθησε σιωπηλά δίπλα της, δεν είχε λογία να της κεντήσει υποσχέσεις μήτε δύναμη, τα χεριά της έτρεμαν.

Ένας κόσμος ολόγυρα που συνέχιζε να αναπνέει, να ζει να προχωράει, όμως εκεί ο χρόνος είχε παγώσει και η βροχή δυνάμωνε.

Δεν κουνήθηκαν από τις θέσεις τους.

Δυο μουσκεμένα παράπονα και δάκρυα που ενώθηκαν με την βροχή, βλέμματα και ανείπωτες υποσχέσεις, είχε τελειώσει.

Όλα είχαν τελειώσει μέχρι και ο ήλιος που βυθίστηκε στο μαύρο του ουρανού.

Όταν άνοιξε το στόμα της τα ματιά της έμοιαζαν καινούργια, είπε:
-κάπου που να μην ξέρουμε

και σηκώθηκε κρατώντας της το μουσκεμένο χέρι, ένα χέρι που έκλαιγε μέσα στο δικό του.

Περπάτησαν για ώρες σιωπηλοί,
-θα μου πεις το όνομα σου;

Πραγματικά ποτέ μου δεν κατάλαβα αν μας αντιπροσωπεύουν τα ονόματα μας, είπε και αγνόησετην ερώτηση του, του έσφιξε ακόμα πιο δυνατά το χέρι και τον τράβηξε στον παράδρομο, κοίταξε εκεί είπε και έδειξε μια ιτιά κλαίουσα.

Κυλούσε το νερό και στον καθρέφτη του γυαλίζονταν ιτιές τα πλούσια τα μαλλιά τους λούζαν λυγερές.

Και τα σπαθιά τ’ αστραφτερά τους χτυπώντας στους κορμούς, κάλπαζαν κατακόκκινοι μες στους δρυμούς κάλπαζαν προς τη δύση μεθύσι!

Και τότε ξάφνου/ σα το πουλί το λαβωμένο το πληγωμένο στο φτερό του/ γκρεμίστη κ’ ένας καβαλάρης απ’ τ’ άλογό του.

Δε σκλήρισε τους άλλους που ‘φευγαν δε ζήτησε, τα βουρκωμένα μάτια του εγύρισε, μονάχα για να δει, α πέταλα που ’λάμπαν.

Tο ποδοβολητό εσβούσε μες στη φύση και τ’ άλογα εχάνονταν στη δύση!

Καμαρωτοί εσείς καβαλαρέοι.

Ω κόκκινοι κι αστραφτεροί καβαλαρέοι, καβαλαρέοι φτερωτοί καμαρωτοί ωραίοι!

Μ’ ίδιες φτερούγες πέταξη η ζωή που ρέει!

Ο φλοίσβος του νερού σταμάτησε, εχάθη, οι ίσκιοι εβυθίστηκαν στου σκοταδιού τα βάθη τα χρώματα σβηστήκαν στα μάτια του τα πένθιμα τα πέπλα κατεβήκαν και της ιτιάς η φυλλωσιά, χαϊδεύει τα μαλλιά του!

Μη κλαις ιτιά μου θλιβερά και μη βαριοστενάζεις πάν’ απ’ τα σκοτεινά νερά, το δάκρυ μη σταλάζεις.

Ω μη στενάζεις με σφάζεις

(ναζιμ χικμετ)

Είχε πια νυχτώσει για τα καλά, του άφησε το χέρι και πλησίασε στο πρόσωπο του, έχεις όμορφα ματιά είπε και τα χείλη της άγγιξαν τα δικά του.

Σε ευχαριστώ για την βόλτα.

Δεν θα μου πεις το όνομα σου;

Ιτιά, ιτιά κλαίουσα..

Δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά όμως κάθε φορά που περνούσε από εκείνον τον παράδρομο ένιωθε την θερμή της στα χείλη του..

Leave a Reply

Your email address will not be published.