roses

Εύθραυστη

Στα πολύχρωμα λαμπιόνια και στο παιδί που κρατούσε το χέρι της, παρηγοριά.

Στα άσκοπα ξενύχτια και στις λέξεις της που πλυμμήριζαν λευκά κελιά.

Παρηγοριά.

Κι έπειτα οι νύχτες, θεριά που κατασπάραζαν κάθε χρώμα, αφαίμαξη και λύτρωση μαζί, πως να στο εξηγήσω;

Και οι μέρες να κυλούν σαν βροχή και να μουσκεύουν κάθε σκέψη.

Η βροχή, που έμαθε να αγαπάει.

Η βροχή και τα αστερία, τόσο σου είχε μιλήσει για όλα αυτά άλλωστε.

Κι εσύ γελούσες και έκλαιγες γιατί ήξερες πόσο ευθραστη είναι.

Ευθραστη μέσα στον καταγάλανο ουρανό της, με τα θεριά νύχτες της και τα αστερία που έπεφταν στα μαλλιάτης κάθε φορά που αγαπούσε ότι ανέπνεε βαθειά.

Κι αυτή η ακατάσχετη πολυλογία στα όνειρα της, τόσοι μικροί θάνατοι και κάθε ξημέρωμα να ανοίγει ταακρινοβλεφαρα και να στολίζεται με ήλιο κι ας βρέχει.

Εύθραστη και μοναδική την έλεγες.

Βουτούσε τον ήλιο μέσα στην βροχή και έλαμπε μεστό καθάριο χαμόγελο της κι ας την περίμεναν οι νύχτες, πάντα είχε την μέρα.

Ποιος θα νικούσε ποτέ δεν θα μάθαινες ίσως ούτε εκείνη, κανείς, ποτέ, πουθενά, όμως ετοιμοπόλεμη έσφιγγε το χέρι σου πριν ορθώσει το ανάστημα της και χαθεί στο σούρουπο.

Να ονειροπολεί καθισμένη στα γόνατα, ακίνητη, λίγο σαν νεκρή πριν ακούσει τα βήματα σου και αφήσει το φως να στεγνώσει στα χεριά της που έπεφταν ανήμπορα στην γη.

Ανήμπορα και τρεμάμενα με έναν κόσμο που δεν χωρούσε μέσα τους.

Εύθραυστα.

Κι έπειτα η νύχτα.

Μην μιλάς αποκοιμήθηκε.

Leave a Reply

Your email address will not be published.