oceans

Το καλοκαίρι που φύτρωσε έναν χειμώνα μέσα του

Ένα βλέμμα πύρινος ήλιος, δέρμα τραχύ απτήν αλμυρά και μια καρδιά σαν παραγινωμένο καρπούζι.

Ήταν δεν ήταν Ιούλιος πριν φτάσει στο νησί με τα γιασεμιά και τα κορίτσια με τις κορδέλες στα μαλλιά, τα παιδιά μετα ποδήλατα και τα πληγωμένα γόνατα και οι γλάροι κατάλευκοι στην θάλασσα του ουρανού χόρευαν εκστατικά.

Εκεί πρωτοσυναντήθηκαν, από την κουπαστή του καραβιού ένιωσε το βλέμμα του να χαιδευει τα λυτά μαλλιάτης και το κορμί ζαλισμένο κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά.

Στο λιμάνι μύριζε ελληνικός καφές και βουτυρωμένα κρουασάν, οι άνθρωποι ανεβοκατέβαιναν τα σοκάκια και το βλέμμα άγρυπνος φρουρός των βημάτων της.

Έβγαλε νωχελικά τα σανδάλια της και βούτηξε τα ποδιά της στην θάλασσα, να σβήσει την φλόγα, πως θααντάμωνε τον πάτερα με κοκκινισμένα μάγουλα και μια τρυπά στην καρδιά, σαν από σφαίρα?

Δεν πλησίασε. Έτρεξε μέσα στο σοκάκι και κατηφόρισε, δίπλα στην εκκλησιά του άγιου νικολαου έστεκε η γιαγιά με το μαύρο μαντήλι τυλιγμένο σαν συμφορά γύρω από τον λαιμό της και μόλις τα ματιά της την έψαξαν για λίγο, άνοιξε τα χεριά σαν λουλούδι που ξυπνούσε.

Μυρωδιά γιασεμιού ανάκατη με βούτυρο καιχλόη, δροσερό φιλί στο μέτωπο σαν προσευχή και δάκρυα χαράς που ξεδιψούν και την πιο στεγνή καρδιά.

Μέσα στο σπίτι η μάνα με τον πάτερα, ζυμωτό ψωμί και ελιές στο τραπέζι, η κατσαρόλα σφύριζε ρυθμό τηςκοιλιάς, σαγηνευτικό και η θάλασσα, αχ η θάλασσα έξω από το παραθύρι όρμαγε μέσα στα ματιά της και την καλούσε να απογυμνωθεί, να πετάξει τα ρούχα στην σοφίτα και να γίνει ένα μαζί της.

Έφτασε στην αμμουδιά και βούτηξε στα καταγάλανα νερά σαν νεογέννητο στην κοιλιά της μάνας, αφούσυνομίλησε με τις ομορφιές του βυθού και σπατάλησε αναπνοές και σκέψεις αναδύθηκε στην επιφάνεια,ξάπλωσε στον ήλιο και έκλεισε τα ματιά, αποκοιμήθηκε.

Όταν άνοιξε τα ματιά ο ήλιος επιβλητικός, της χάρισε δυο φιλιά και μια σκιά κάπου πίσω της την έκανε να γυρίσει το βλέμμα, τα μάτια, δυο μάτια σαν ήλιοι μ εακρινοβλέφαρα διάφανα..

Δυο ώρες αργότερα, δυο χεριά μέσα στα δικά της, αλμυρά φιλιά και μια σιωπή, είχε νyχτώσει και θα την έψαχναν, έπρεπε να φύγει μα με μιαν υπόσχεση, να μην ξεχάσει αυτήν την ήμερα που έκανε την καρδιά της να σπαρταράει σαν ψάρι στο αγκίστρι.

Δεν θα ξεχνούσε. Ούτε εκείνος.

Περάσαν μέρες και νύχτες παραζάλης και μεθυστικού ερωτά, υποσχέσεων και πανσελήνων, κρασί και γέλια, κύματα και κορμιά γυμνά, μαλλιά γεμάτα άμμο και ήλιο.

Του διάβαζε, εμιλυ ντικινσον και η γάτα στα ποδιά τους χουρχουριζε σαν να έβλεπε σινεμά,φορούσε τα μαύρα της γυαλιά και με το λευκό του ποδήλατο παρίστανε τον νοζεμ της Ολλανδιας του 60′, δημιουργώντας λεύκες περιπλανήσεις σε όλο το νησί, εκείνη με γιασεμιά στα δόντια και στα μαλλιά, με τα ποδιά σταυρωμένα σαν βούδας στο τιμόνι του τραγουδώντας στον άνεμο, στην θάλασσα, στα παιδιά και στον ουρανό τον ερωτά τους, κανένας χειμώνας δεν πάγωνε το όνειρο, ήταν στο τώρα και στο σήμερα δεν υπήρχε τέλος.

Αρχές Σεπτέμβρη.

Η βαλίτσα γεμάτη άμμο και κοχύλια, βάρια σαν την αναπνοή της, εισιτήρια, δάκρυα και αποχαιρετισμοί στην πλάτη, κατηφόριζε πάλι το γνωστό δρομάκι πριν φτάσει στο εκκλησάκι του Αι Νικόλα.

Το αεράκι μαρτυρούσε τον χειμώνα που ερχόταν και έκανε το δέρμα να ανοίγει τους πόρους του και ναδιαμαρτύρεται στην έντονη εναλλαγή της θερμοκρασίας.

Το πρωτοβρόχι στα ματιά της και η φουρτούνα μέσα της την έκαναν να μοιάζει χαμένη, μέχρι που τον συνάντησε εκεί που τον πρωτό συνάντησε, στο λιμάνι με τα μεγάλα κατάρτια, στο λιμάνι με τα παιδιά με τα ποδήλατα και τις γρατζουνιές στα ποδιά, τον καφενέ και το σούσουρο, τα γιασεμιά και τα κατακόκκινα ματιά του.

Τα χεριά της στα χεριά του.

Ετούτη την στιγμή, ράγισε η καρδιά της, θαρρείς πως ακούστηκε το κρακ στα αυτιά του και την σφιχταγκάλιασε.

Δυο στιγμές αργότερα η κουπαστή και τα δάκρυα ενώνονταν με την θάλασσα, τα παιδιά χάθηκαν όπως και ο ήλιος στα ματιά του, ένα νησί έρημο από ερωτά.

Ένα νησί που θα πενθούσε βήματα και λόγια, υποσχέσεις και φεγγάρια, κοριτσίστικα γέλια και το λευκό ποδήλατο που έμαθα πως σκούριασε σε μια πλάγια να κοιτάζει την θάλασσα, προς το λιμάνι..

Δεν γύρισε το καλοκαίρι, ούτε το κορίτσι με τα ασημένια ματιά.

Εκείνο το καλοκαίρι χειμώνιασε μέσα του.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Pin It on Pinterest

error: Content is protected !!