loader image
lifo logo

Μικρό αγόρι

Δεν είχε δει για χρόνια τα ματιά του, από την πρώτη φορά που τα συνάντησε στον πεζόδρομο, ένα ψηλόλιγνο αγόρι με μακριά μαύρα μαλλιά να χύνονται στους ωμούς, διαφορετικό από τα υπόλοιπα αγόρια της ηλικίας του.

Είχε εκείνο το αναιδή βλέμμα που έγδυνε οποίον παγίδευαν τα ματιά του, το ένιωσε και εκείνη εκείνα τα λεπτά που έκαναν τα μάγουλα της ροδαλά, το χαμόγελο του σαν υπόσχεση έμοιαζε.

Η σκέψη του την ακολούθησε για μέρες, αποζητούσε την έξαψη της στιγμής στα στενά δρομάκια της πόλης.

Τον συνάντησε ξανά στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, σε μια απέραντη λιμνοθάλασσα που φιλοξενούσε ροζ πουλιά και στην διχοτόμηση της εστεκαν σπίτια που σαν να περπατούσαν πάνω στο νερό, γραφικά και ονειρικά την έκαναν να φαντάζεται κιθάρες και παρέες με λουλούδια στα μαλλιά.

Πελαδες έτσι τα ονόμαζαν τα σπίτια και τα συνόδευε το πιο ζωηρό ηλιοβασίλεμα που είχαν δει ποτέ ματιά..

Ήταν εκεί πάνω σε μια ρετρό μηχανή θρασύς και ελεύθερος έκανε κύκλους με τα χεριά του, πέρασε από μπροστά του επίτηδες και μόλις διασταυρώθηκαν τα βλέμματα τους μικρές πυγολαμπίδες στόλισαν το κενό ανάμεσα στην ονείρωξη και την πραγματικότητα.

Τον ερωτεύτηκε, ερωτεύθηκε τις μουσικές του και τα νιόβγαλτα ματιά του στον κόσμο, τις βόλτες τους και τις υποσχέσεις του.

Του έλεγε όταν μεγαλώσεις, θαρρείς και είχαν καμμια σπουδαία διάφορα ηλικίας, εκμηδενίζοντας τον. Τον έδιωχνε με κάθε τρόπο, κρατώντας τον όμως σφιχτά δεμένο στην σκέψη της.

Τον ήθελε, την τρέλαινε ο τρόπος που σκεφτόταν, οι δειλές κινήσεις του, οι ατελείωτες κασσετες με αφιερώσεις, οι αγκαλιές τους και το τέντωμα των δάχτυλων για να τον. φτάσει. Δεν τον έφτανε πουθενά τελικά.

Την αγάπησε, το ένιωσε με όλη της την ψυχή και τον άφησε εκεί με μια υπόσχεση.

Όταν μεγαλώσεις του έλεγε και μεγάλωνε μέσα τους η απόσταση. Μόνο φίλοι, έλεγε και τυχαία φιλιά στα στενά.

Σημείωσε στίχους των στερεονοβα στο χέρι του και τον αποχαιρέτησε. Δεν τον είδε ξανά, μονάχα ρωτούσε για εκείνον, ήταν όντως ξεχωριστός του το χε πει άλλωστε, θαυμάσια πράγματα συνέβαιναν στην ζωή του, καταπιάστηκε με πολλά και η ομορφιά ήταν διάχυτη σε κάθε του κίνηση, έλεγαν..

Το έφερνε συνεχεία στο νου της το αγόρι που μεγάλωσε, την κιθάρα του και το βλέμμα που καθήλωνε.

Του ψιθύριζε συγνωμμες στον αέρα να φτάσουν ως τα ματιά του, εκεί στο ηλιοβασίλεμα στους κύκλους των χεριών του να του αποδείξει πως η ζωή κύκλους κάνει.

Eκεινο το απόγευμα θα συνειδητοποιούσε πως στα όνειρα της ερχόταν το αγόρι και την οδηγούσε μέσα της, την έπαιρνε από το χέρι και την πήγαινε σε όλους εκείνους που περάσαν από την ζωή της, φίλους γνωστούς, γονείς και εραστές, εστιάζοντας στα λογία που πλήγωσαν τον καθένα ξεχωριστά. Έτσι λοιπόν κάθε ήμερα ξυπνούσε με αναπάντεχες ένοχες, αναμοχλεύοντας αναμνήσεις και ψαχνωντας τους ανθρώπους που πλήγωσε, χάριζε απλόχερα συγνωμμες ξεπλυμενες από δάκρυα.

Κάθε νυχτιά άλλωστε η ίδια ιστορία, εκείνος, η ρετρό μηχανή του και η χωροχρονικη κάθαρση. Έφυγε ένα πρωινό του μαιου, με ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη, με τα λευκά της μαλλιά λυτά να ερωτοτροπούν με τα σύννεφα, χιλιάδες χεριά την αποχαιρετούσαν, όλοι ήταν εκεί έστελναν μαγιάτικα φιλιά με δάκρυα στα ματιά..

Έφυγε στον ύπνο της, σε ένα ραντεβού με το αγόρι, ήταν η ώρα να ζήσουν όσα δεν κατάφεραν επίγεια.

Υ. Γ: “Κάποτε συνάντησα δυο ροζ φλαμένκο που σχημάτιζαν μια καρδιά, είμαι σχεδόν σίγουρη πως ήταν εκείνη με το αγόρι.”

Leave a Reply

Your email address will not be published.