loader image
tetarto logo

Αφού ζούµε, ας ζήσουµε

Μάζεψαν τις πεταµένες πλαστικές κούκλες, τις ακέφαλες καλλονές µε τα µακριά πόδια και τις έσερναν στην Αιόλου.

Πλησίασε τα σκουπίδια και κοιτούσε για ώρα µια σκισµένη φωτογραφία, ένα ζευγάρι που κάποτε αγαπήθηκε πολύ, τώρα µονάχα ο ένας και λουλούδια στο τραπέζι.

Τώρα κανείς.

Μια αγάπη στα σκουπίδια.

Κοιτάχτηκαν στα µάτια, λίγα πράγµατα σήµερα, δύο τρία µεταλλικά έπιπλα και κάτι κεσεδάκια.

Πόσες µέρες έχεις να φας;

Κούνησε το κεφάλι και συνέχισε πιο κάτω.

Κερνάω ρακί στο τσαρδί µου.

Χωρίς µεζέ; Και ξέσπασαν σε γέλια.

Λίγο πιο κάτω ακούγονταν τραγούδια, τα παιδιά πάλι, εκείνα µε τις φωτιές στα µάτια, είπε.

Το τραίνο γρύλιζε και το κρύο δυνάµωνε, οι µπάτσοι κουνούσαν χέρια και έδιωχναν τους µικροπωλητές.

Μια από τις ακέφαλες καλλονές στη µέση του δρόµου ξέφυγε και ποζάρει στα φλας των περαστικών αυτοκινήτων.

Η γυναίκα, φίλε, ή σε απογειώνει, ή σε ρίχνει στα τάρτατα.

Πού καιρός για έρωτες;

Αν δεν κάνω σύντοµα µεροκάµατο ούτε να τις ονειρευτώ δεν θα µπορώ, νηστικό αρκούδι βλέπεις, δεν ονειρεύεται…

Ξηµέρωνε.

Η νύχτα κρύβει ψεγάδια.

Τα τακούνια της τον έκαναν να γυρίσει το κεφάλι του, το στοµάχι του έπαιζε µουσικές και το µυαλό του παιχνίδια.

Την πλησίασε και εκείνη επιτάχυνε το βήµα της.

Κοπελιά!

Μια µαντινάδα να σου πω, µην φοβάσαι.

Τον κοίταξε τροµαγµένη και χάθηκε στο πλήθος.

Τι τα θες;

Πεινάει το στοµάχι, πεινάει κι η ψυχή για έρωτα.

Ξεχνιέται η πείνα; Η δίψα;

Μπλε κάδος ανακύκλωσης και ένα βιβλίο µισοσκισµένο, τίτλος «να ζεις, να αγαπάς και να µαθαίνεις».

Να ζεις…

Leave a Reply

Your email address will not be published.