loader image
lifo logo

She dreams she’s awake

Εκείνοι που αγαπήθηκαν έχουν εκείνο το βλέμμα της νοσταλγίας, την γεύση ακόμα στο στόμα..

Έστειλαν μερικά μυνηματα μετά από μήνες απέραντης σιωπής.

Την τρέλαιναν τα μηνύματα του, αντικρούονταν τόσο με τον συγκρατημένο εαυτό του χωρίς καμμια υπερβολή, σε αντίθεση με την ρεαλιστική συμπεριφορά του τα γραπτά του μετέφεραν μια κοπιαστική νοσταλγία, κοφτά αλλά ναι.

Κανένα σημείο στίξης καμμια υπερβολή.

Την ξενέρωναν εκείνες οι ατελείωτες τελιτσες σε κάθε πρόταση, τα θαυμαστικά και κυρίως οι παύλες, εκείνος καμμια.

Τυπικά λογία για αρχή και έπειτα στο ψαχνό, η τακτική πάγια την ακινητοποιούσε. δυο τρεις αναμνήσεις του σαν ξερόβηχας πετάγονταν σε λέξεις μπροστά της και έπαυε να αναπνέει. Είχε προσπαθήσει πολύ να ξεχάσει, να προχωρήσει την ζωή της έξω απτήν δική του μα πάντα έβρισκε τρόπο να της ξυπνάει θύμησες, Την είχε προσεγγίσει μοναδικά, παρότι χλεύαζε την ρομαντική συννεφενια σκέψη της, έβρισκε μέσα της κομμάτια του εαυτού του που πάλευε να ξεχάσει.

Δεν θέλω να πονέσω ξανά είχε πει και γέλασε με την καρδιά της, σάμπως ήθελε εκείνη να πονέσει; μήτε της έτυχε ποτέ να γνωρίσει κάποιον που επιδίωκε να πονέσει, -είσαι εδώ για να σε αγαπήσω και να με αγαπήσεις, του είπε.

Τον σκεφτόταν μέρες και προφανώς το σύμπαν έχει χιούμορ αφού ένας αλλοπρόσαλλος ξεχασμένος ήχος στο κινητό τον έφερε μπροστά της, ένας μοναδικός ήχος μόνο για εκείνον που ξεχάστηκε στο πέρασμα του χρόνου.

Οι άνθρωποι αποκτούν τόσους κώδικες επικοινωνίας, κοινές μυρωδιές και γεύσεις και φευγωντας μπλοκάρουν αισθήσεις, μνήμες και εικόνες, έπειτα περνούν άξαφνα μπροστά σου σαν βιαστικά deja vu και εσύ πρέπει να συνεχίσεις την ζωή σου, μα πως;

Κανένα ειδικό εγχειρίδιο και κανένας ποιητής δεν απαλύνει τον πόνο μόνο ο χρόνος που μοιάζει εχθρός μα γίνετε φίλος και συνοιδοιπορος προς την ελευθεριά.

Ελευθερία, σχετική έννοια για την σημερινή εποχή σκέφτηκε και κοίταξε τα επώνυμα παπούτσια της, ένιωσε δέσμια της εικόνας της και έκλεισε τα ματιά για να μεταφερθεί στο αγαπημένο της μέρος εκεί που την παρότρυνε κάθε φορά κάποιος γιόγκι, στο μέρος που συναντούσε πάντα εκείνον, μια απέραντη αμμουδιά, ξυπόλητοι μπροστά στον καμβά του ουρανού με μια φωτιά στην καρδιά να σιγοκαίει και αλμυρά φιλιά που ξεδιψούν και την πιο στεγνή καρδιά.

Σκέφτηκε να αλλάξει αριθμό, πόλη και τρόπο ζωής, να τρέξει στα όνειρα της αφήνοντας το ονειρεμένο μέρος στο πίσω μέρος του μυαλού, μα πόσο μακριά μπορείς να τρέξεις από τον εαυτό σου;

Πόσο μακριά θα έφτανε ώστε να πάψει να ακούει τις αναμνήσεις;

Τα ματιά ξεχνούν;

Tο στόμα την γεύση;

Αύριο θα ένιωθε καλύτερα, σήμερα θα αρρώσταινε απτις θυμησεις, μια μέρα μονάχα... σαν ίωση...

Leave a Reply

Your email address will not be published.