loader image
tetarto logo

Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου

Τα παιδιά έτρεχαν στην πλατεία και στο λιμάνι της Πάτρας έφτανε καράβι από την Κεφαλονιά, όταν ο μικρός Βασίλης άφησε ένα μπαλόνι λεύτερο είπε, να συναντήσει τα πουλιά…

Ο ήλιος είχε ένα πορφυροκόκκινο κοκκίνισμα στα μάγουλα και η θάλασσα έπλεκε μύθους για τα όνειρά μας, ο πεζόδρομος της Αγίου Νικολάου στολισμένος σαν γιορτή και ο κόσμος ανεβοκατέβαινε σαν στάθμη.

Κανείς δεν ενοχλούσε τον Στάθη, μονάχα αγόραζαν τα μοσχομυριστά κάστανά του και άκουγαν τα τραγούδια του που έβγαιναν ψιθυριστά από το στόμα του σαν ντροπαλά κορίτσια.

Είχε σπουδάσει είπε, μουσική κι έγραφε στίχους, μια κιθάρα στα δεξιά του.

Τον παρακάλεσε αρκετές φορές να παίξει κάτι μα αρνιόταν πεισματικά, κοκκίνιζε ολόκληρος (ναι, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που κοκκινίζουν). Θυμήθηκε όταν ήταν μικρή, νηπιαγωγείο πήγαινε, όταν έμαθε το τραγούδι του καστανά και στην αγκαλιά του πατέρα σε μια εκδρομή στον Πόρο άρχισε να τραγουδάει «καστανάκια , καστανάκια για μικρά καλά παιδάκια» και πήρε ένα ζουμερό, ζεστό φιλί από τη μαμά, ένα τίναγμα στον αέρα από τον πατέρα.

Άγγιξε τα σύννεφα σου λέω.

Την ίδια γλύκα ένιωθε κάθε φορά που έβλεπε το Σταθη τον καστανά, σαν παιδική ανάμνηση χαμογελούσε και είχε ένα μυστικό στην καρδιά του, την αγάπη του τη μουσική.

Εκείνο το βράδυ, αφού έκλεισε το μαγαζί, τσέκαρε τους λογαριασμούς και έσβησε τα φώτα, γύρισε στον πεζόδρομο και έψαξε με τα μάτια της για το Στάθη, η καστανιέρα έλειπε και η μυρωδιά της ξεροψημένης λιχουδιάς δεν υπήρχε πουθενά.

Μπερδεμένη για την τύχη του κυρ Στάθη, έστριψε στην Κορίνθου και μια μελωδία γαργάλησε τα αυτιά της, την ακολούθησε μέχρι την Πατρέως και εκεί στον πεζόδρομο με τα χρωματιστά καραμελένια καφέ, είδε μια φιγούρα να γρατζουνάει την κιθάρα του, δεν έβγαινε φωνή μέχρι να φτάσει κοντά του, μέχρι που τα αυτιά της πλυμμήρισαν μεταξένια λόγια,

«Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου, σε περιμένω να ρθεις…»

Έμεινε πίσω του και αφού χειροκρότησε τα γνώριμα μάτια του, πλησίασε στο αυτί του και ψιθύρισε: Σήμερα έσωσες τα όνειρά μου…

Κοκκίνισε ο Στάθης, όπως κοκκίνιζε ο ουρανός όταν βυθιζόταν στην αγκαλιά του ο ήλιος…

Κοκκίνισε η καρδιά της γιατί σήμερα είδε ένα νιόβγαλτο όνειρο να τρέχει μέσα στα σοκάκια…

Leave a Reply

Your email address will not be published.